γλωσσοτέχνης

γλωσσο-τέχνης, ου, ,
A tongue-artificer, opp. χειροτέχνης, D.Chr.7.124 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωσσοτέχνης — γλωσσοτέχνης, ο (Μ) αυτός που μιλάει ή γράφει με επιμελημένο ύφος …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοτέχνας — γλωσσοτέχνᾱς , γλωσσοτέχνης tongue artificer masc acc pl γλωσσοτέχνᾱς , γλωσσοτέχνης tongue artificer masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.